μαλακός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μαλακός¹

  • ma.laˈkos

Where it comes from

μαλακός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μαλακός

adjective μαλακός · μαλακή · μαλακιά · μαλακό · μαλακού · μαλακής

  1. που έχει επιφάνεια η οποία υποχωρεί εύκολα όταν την πιέζουμε ή τη μαλάσσουμε μαλακά μαξιλάρια
  2. ο ευχάριστος στις αισθήσεις, κυρίως την αφή ή την ακοή αφού ήπια το σιρόπι, η φωνή μου έγινε πιο μαλακή
  3. ήπιος ως προς την ένταση ή τις επιπτώσεις το κρύο σήμερα είναι κάπως πιο μαλακό
  4. ήπιος ως προς τον χαρακτήρα, πράος είναι μαλακός άνθρωπος, δε φωνάζει ποτέ, και μερικοί το εκμεταλλεύονται αυτό

Opposite: σκληρός

Μαλακός²

Where it comes from

Μαλακός < αρχαία ελληνική Μαλακός

proper noun Μαλακός · Μαλακοί · Μαλακού · Μαλακών · Μαλακό · Μαλακούς

  1. ανδρικό επώνυμο

Thesaurus

adjective

Opposite: σκληρός

In English

  • soft easily giving way under pressure
  • bland mild; soft; gentle; smooth in manner; suave

Talk about this word

Cite this
MLA

"μαλακός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μαλακός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"μαλακός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μαλακός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}