μαλακός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μαλακός¹
- ma.laˈkos
Where it comes from
μαλακός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μαλακός
adjective μαλακός · μαλακή · μαλακιά · μαλακό · μαλακού · μαλακής
- που έχει επιφάνεια η οποία υποχωρεί εύκολα όταν την πιέζουμε ή τη μαλάσσουμε μαλακά μαξιλάρια
- ο ευχάριστος στις αισθήσεις, κυρίως την αφή ή την ακοή αφού ήπια το σιρόπι, η φωνή μου έγινε πιο μαλακή
- ήπιος ως προς την ένταση ή τις επιπτώσεις το κρύο σήμερα είναι κάπως πιο μαλακό
- ήπιος ως προς τον χαρακτήρα, πράος είναι μαλακός άνθρωπος, δε φωνάζει ποτέ, και μερικοί το εκμεταλλεύονται αυτό
Opposite: σκληρός
Μαλακός²
Where it comes from
Μαλακός < αρχαία ελληνική Μαλακός
proper noun Μαλακός · Μαλακοί · Μαλακού · Μαλακών · Μαλακό · Μαλακούς
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
adjective
Opposite: σκληρός
In English
Talk about this word "μαλακός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. μαλακός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82 "μαλακός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μαλακός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}