αγάπη

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αγάπη¹

  • aˈɣa.pi

Where it comes from

αγάπη < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀγάπη < αρχαία ελληνική ἀγαπῶ

noun αγάπη · αγάπες · αγάπης

  1. συναίσθημα συμπάθειας, φιλίας ή στοργής καθώς και η έκφρασή του με λόγια ή πράξεις νιώθω αγάπη για κάποιον
  2. ο έρωτας χαίρονται την αγάπη τους

    Similar: πάθος

  3. το πρόσωπο για το οποίο αισθάνεται κανείς έρωτα θυμάται την πρώτη του αγάπη
  4. προσφώνηση ως προσφώνηση οικείων προσώπων ή εραστών εκεί βρισκόμουν από το πρωί, αγάπη, δεν με είδες;

    Similar: αγάπη μου

  5. το έντονο ενδιαφέρον ή η συχνή ενασχόληση με κάτι έχει αγάπη για την εντομολογία
  6. η αφοσίωση σε ένα ιδανικό, η ολόψυχη επιθυμία για κάτι που θεωρείται αγαθό η αγάπη για την πατρίδα
  7. χριστιανισμός το φιλί μεταξύ των χριστιανών στην ακολουθία της Ανάστασης
  8. plural, χριστιανισμός, στον πληθυντικό , κοινά δείπνα των πρώτων Χριστιανών

Opposite: μίσος, απέχθεια, έχθρα, αποστροφή, σκληρότητα, διχόνοια

Αγάπη²

Where it comes from

Αγάπη, → δείτε τη λέξη αγάπη / Ἀγάπη

proper noun Αγάπη · Agapi

  1. γυναικείο όνομα
  2. θρησκεία ο εσπερινός της Κυριακής του Πάσχα
  3. Αγία που το όνομά της γιορτάζεται στις 17 Σεπτεμβρίου
  4. χωριό της Ελλάδας στη Τήνο (και Αγάπι)
  5. γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Αγάπης)

Thesaurus

In English

  • love strong affection
  • agape (Christianity) love of God for mankind; benevolent love for others
  • like something that a person likes
  • darling often used as an affectionate term of address: person who is very dear to one

Talk about this word

Cite this
MLA

"αγάπη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CF%80%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

αγάπη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CF%80%CE%B7

Chicago

"αγάπη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CF%80%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγάπη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CF%80%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}