αγάπη
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αγάπη¹
- aˈɣa.pi
Where it comes from
αγάπη < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀγάπη < αρχαία ελληνική ἀγαπῶ
noun αγάπη · αγάπες · αγάπης
- συναίσθημα συμπάθειας, φιλίας ή στοργής καθώς και η έκφρασή του με λόγια ή πράξεις νιώθω αγάπη για κάποιον
-
ο έρωτας
χαίρονται την αγάπη τους
Similar: πάθος
- το πρόσωπο για το οποίο αισθάνεται κανείς έρωτα θυμάται την πρώτη του αγάπη
-
ως προσφώνηση οικείων προσώπων ή εραστών
εκεί βρισκόμουν από το πρωί, αγάπη, δεν με είδες;
Similar: αγάπη μου
- το έντονο ενδιαφέρον ή η συχνή ενασχόληση με κάτι έχει αγάπη για την εντομολογία
- η αφοσίωση σε ένα ιδανικό, η ολόψυχη επιθυμία για κάτι που θεωρείται αγαθό η αγάπη για την πατρίδα
- το φιλί μεταξύ των χριστιανών στην ακολουθία της Ανάστασης
- , κοινά δείπνα των πρώτων Χριστιανών
Opposite: μίσος, απέχθεια, έχθρα, αποστροφή, σκληρότητα, διχόνοια
Αγάπη²
Where it comes from
Αγάπη, → δείτε τη λέξη αγάπη / Ἀγάπη
proper noun Αγάπη · Agapi
- γυναικείο όνομα
- ο εσπερινός της Κυριακής του Πάσχα
- Αγία που το όνομά της γιορτάζεται στις 17 Σεπτεμβρίου
- χωριό της Ελλάδας στη Τήνο (και Αγάπι)
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Αγάπης)
Thesaurus
In English
Talk about this word "αγάπη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CF%80%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. αγάπη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CF%80%CE%B7 "αγάπη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CF%80%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αγάπη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CF%80%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}