αγέλη

Ελληνικά · Синонимы и антонимы

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

αγέλη¹

  • aˈʝe.li

Откуда оно

αγέλη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγέλη < ἄγω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ag-

: για τη μεταφορική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική troupeau

существительное αγέλη · αγέλες · αγέλης · αγελών

  1. πλήθος ζώων που ζουν μαζί οι λύκοι κυνηγούν κατά αγέλες ώστε να είναι πιο αποτελεσματικοί

    Похожие: κοπάδι

  2. figuratively, offensive, μεταφορικά, μειωτικό πλήθος ανθρώπων χωρίς οργάνωση και βούληση ο χουλιγκανισμός εμφανίζει συμπεριφορές με στοιχεία αγέλης

    Похожие: μάζα, μπουλούκι

Αγέλη²

Откуда оно

Αγέλη < → λείπει η ετυμολογία

имя собственное Αγέλη

  1. γυναικείο όνομα

По-английски

  • pack group of dogs
  • herd a number of domestic animals assembled together under the watch or ownership of
  • pride company of lions

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"αγέλη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%AD%CE%BB%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγέλη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%AD%CE%BB%CE%B7

Chicago

"αγέλη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%AD%CE%BB%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγέλη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%AD%CE%BB%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}