αγαπάω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αγαπάω

  • a.ɣaˈpa.o

Where it comes from

αγαπάω < αγαπ(ώ) + νεότερη κατάληξη -άω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀγαπῶ συνηρημένος τύπος του ἀγαπάω, άγνωστης ετυμολογίας)

:* μου αρέσει πολύ < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική aimer

verb αγαπάω · αγαπώ · αγαπούσα · αγάπαγα · αγάπησα · αγαπιέμαι

  1. έχω αισθήματα συμπάθειας ή φιλίας ή έρωτα την αγαπάει τρελά

    Similar: ερωτεύομαι, συμπαθώ

  2. μου αρέσει, αισθάνομαι κάποια έλξη προς αγαπάει το καλό κρασί

    Similar: ακριβαγαπώ, αρέσει, γουστάρω, λατρεύω, νοστιμεύομαι, συμπαθώ, τρελαίνομαι

  3. λέγεται επίσης για φυσικά αντικείμενα ή για ηθικές αξίες αγαπάει τη χώρα του
  4. συνηθίζω, προτιμώ ο Λορέντζος Μαβίλης αγαπά ιδιαίτερα το σονέτο

Talk about this word

Cite this
MLA

"αγαπάω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CF%80%CE%AC%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγαπάω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CF%80%CE%AC%CF%89

Chicago

"αγαπάω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CF%80%CE%AC%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγαπάω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CF%80%CE%AC%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}