αγγλικά

Ελληνικά

AI Nói đơn giản

Đang viết một lời giải thích ngắn…

Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.

αγγλικά

  • aŋ.ɡliˈka

Nó đến từ đâu

αγγλικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αγγλικόςστον πληθυντικό

danh từ αγγλικά · αγγλικών

  1. γλώσσα η αγγλική γλώσσα που ανήκει στην οικογένεια των γερμανικών γλωσσών
  2. το αντίστοιχο μάθημα στο σχολείο ※ Με τα αγγλικά άνοιξε το Σάββατο η αυλαία των ειδικών μαθημάτων στις Πανελλαδικές Εξετάσεις.

trạng từ αγγλικά · αγγλικών · αγγλιστί

  1. αγγλόγλωσσα, αγγλόφωνα, χρησιμοποιώντας την αγγλική γλώσσα
  2. παρόμοια με τους Άγγλους, αγγλότροπα, αγγλοτρόπως
  3. εσφαλμένα βρετανικά

tính từ αγγλικά · αγγλικών

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αγγλικός

Bằng tiếng Anh

Trò chuyện về từ này

Trích dẫn
MLA

"αγγλικά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγγλικά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AC

Chicago

"αγγλικά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγγλικά},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AC},
  urldate = {2026-11-07}
}