αγγλικά
Ελληνικά
AI Nói đơn giản
Đang viết một lời giải thích ngắn…
Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.
αγγλικά
- aŋ.ɡliˈka
Nó đến từ đâu
αγγλικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αγγλικόςστον πληθυντικό
danh từ αγγλικά · αγγλικών
- η αγγλική γλώσσα που ανήκει στην οικογένεια των γερμανικών γλωσσών
- το αντίστοιχο μάθημα στο σχολείο ※ Με τα αγγλικά άνοιξε το Σάββατο η αυλαία των ειδικών μαθημάτων στις Πανελλαδικές Εξετάσεις.
trạng từ αγγλικά · αγγλικών · αγγλιστί
- αγγλόγλωσσα, αγγλόφωνα, χρησιμοποιώντας την αγγλική γλώσσα
- παρόμοια με τους Άγγλους, αγγλότροπα, αγγλοτρόπως
- βρετανικά
tính từ αγγλικά · αγγλικών
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αγγλικός
Bằng tiếng Anh
Trò chuyện về từ này "αγγλικά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026. αγγλικά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AC "αγγλικά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AC.Trích dẫn
@misc{micwyn_2026,
title = {αγγλικά},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AC},
urldate = {2026-11-07}
}