αγκάθι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αγκάθι
- aŋˈɡa.θi
Where it comes from
αγκάθι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγκάθι , ἀκάνθιν < αρχαία ελληνική ἀκάνθιον, υποκοριστικό του ἄκανθα < ἀκή, (λεπτή άκρη)
noun αγκάθι · αγκάθια · αγκαθιού · αγκαθιών
- αιχμηρό και σκληρό όργανο των φυτών, που τα προστατεύει από τους εχθρούς τους Πρόσεχε καθώς μαζεύεις τα τριαντάφυλλα, γιατί αν σου μπει ένα αγκάθι στο δάχτυλο, θα πονέσει πολύ
- κάθε φυτό που έχει αγκάθια, κυρίως στο άνθος του
- το κόκαλο του σκελετού των ψαριών
- κάθε μία από τις αιχμηρές απολήξεις στα Εχινόδερμα (Echinodermata) εφόσον είναι σκληρή
- κάθε μία από τις αιχμηρές απολήξεις στους σκαντζόχοιρους
- μεγάλη ενόχληση Το ζήτημα των φόρων παραμένει το μεγαλύτερο αγκάθι στις διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο κομμάτων, εμποδίζοντας την τελική συμφωνία.
Similar: αγκύλι, κεντρί, σπυρί, ψαροκόκαλο, αγκάθια έχει ο κώλος σου;, από ρόδο βγαίνει αγκάθι κι απ' αγκάθι βγαίνει ρόδο, δρόμος στρωμένος με αγκάθια, ξυπόλητος στ' αγκάθια
Thesaurus
In English
Talk about this word "αγκάθι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%AC%CE%B8%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. αγκάθι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%AC%CE%B8%CE%B9 "αγκάθι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%AC%CE%B8%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αγκάθι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%AC%CE%B8%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}