αδαής
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αδαής
- a.ðaˈis
Where it comes from
αδαής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀδαής < ἀ- + *δάω
adjective αδαής · αδαές · αδαούς
-
που δε γνωρίζει το αντικείμενο, έχει άγνοια πάνω σε αυτό λόγω ανεπαρκών γνώσεων και ελλιπούς πείρας
※ Πολλοί νεοδαμώδεις διανοητές κυρίως της αριστερίζουσας σκέψης θέτουν από καιρού εις καιρόν στα τηλεοπτικά πάνελ ένα ψευδές δίλημμα, προσπαθώντας να κατευθύνουν τη σκέψη ενός αδαούς κοινού: το Βυζάντιο, λέγουν, αντιτάχθηκε στην αρχαιότητα, την οποία και συνέθλιψε.
Similar: ανίδεος, ανυποψίαστος, αμαθής, άπειρος, άσχετος · Opposite: γνώστης, ειδήμων, ειδικός
Similar: ανεπίγνωτος · Opposite: γνώστης, ειδικός, ειδήμων, σχετικός
Thesaurus
adjective
Similar: ανεπίγνωτος · Opposite: γνώστης, ειδικός, ειδήμων, σχετικός
In English
- ignorant characterized by ignorance
Talk about this word "αδαής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B1%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αδαής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B1%CE%AE%CF%82 "αδαής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B1%CE%AE%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αδαής},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B1%CE%AE%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}