मिकविन

αδύνατος

Ελληνικά · पर्यायवाची और विलोम

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

αδύνατος

यह कहाँ से आया

αδύνατος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀδύνατος < ἀ- στερητικό + δυνατός

विशेषण αδύνατος · αδύνατη · αδύνατο · αδύνατου · αδύνατης

  1. που δεν μπορεί να γίνει, να συμβεί, να επιτευχθεί ※ ο συνεπιβάτης του γυρίζει το κεφάλι προς τα πίσω και υψώνει το βλέμμα προς το μέρος του. Ο Αμεδαίος όμως είναι πάντα τελείως αόρατος. Ο συνεπιβάτης του είναι αδύνατο να τον δει όπως στέκεται τώρα σκυμμένος (Αλέξανδρος Σχοινάς, Αναφορά Περιπτώσεων, εκ.δ Πρόοδος, 1989, σελ. 396)

    मिलते-जुलते: απραγματοποίητος · विलोम: δυνατός

  2. ο λεπτός ※ Λοιπόν, τον λένε Αλέξανδρο, είναι λίγο πιο ψηλός από τον Ορέστη, αδύνατος, από κορμί καλός, δεν τον έχω δει ακόμα τόπλες για να σου πω λεπτομέρειες, καστανά μαλλιά, καστανά μάτια. Κάθεται μαζί με τον δικό σου, άρα θα είναι φύτουλας και ο ίδιος. (Ευαγγελία Θεοδωρίδου, Η...λιάδα μιας έφηβης, εκδ. Πα

    विलोम: παχύς

  3. που δεν έχει μεγάλη δύναμη ή δεν είναι ανθεκτικός ή έχει μεγάλη ικανότητα σε κάτι

    विलोम: δυνατός

  4. που δεν έχει μεγάλη οικονομική δυνατότητα (ουσιαστικοποιημένο, με κατεβασμένο τόνο στη γενική ενικού-πληθυντικού και στην αιτιατική πληθυντικού)
  5. γραμματική που δεν τονίζεται, αλλά συνεκφέρεται με άλλη λέξη οι αδύνατοι τύποι της προσωπικής αντωνυμίας

    विलोम: δυνατός

अंग्रेज़ी में

  • thin having little body fat or flesh; slim; slender; lean; gaunt — see also skinny
  • weak grammar: regular in inflection
  • puny of inferior size — see also small

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"αδύνατος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

αδύνατος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"αδύνατος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αδύνατος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}