παχύς

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παχύς¹

  • paˈçis

Where it comes from

παχύς < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική παχύς

adjective παχύς · παχιά · παχεία · παχύ · παχιού, παχύ · παχέος

  1. που έχει μεγάλο πάχος ή όγκο

    Similar: χοντρός · Opposite: λεπτός

  2. especially, ειδικότερα που έχει πολύ λίπος ή μεγάλο βάρος

    Similar: εύσαρκος, ευτραφής, παχύσαρκος, παχύσωμος · Opposite: αδύνατος, άπαχος, λιπόσαρκος

  3. υγρά που έχει μεγάλη πυκνότητα ή βρίσκεται σε ημίρρευστη κατάσταση

    Similar: παχύρρευστος, πηχτός, πυκνόρρευστος · Opposite: αραιός, λεπτόρρευστος

  4. broadly, κατ’ επέκταση που διαθέτει μεγάλη πυκνότητα

    Opposite: αραιός

  5. που περιέχει κάτι σε μεγάλη ποσότητα
  6. figuratively, μεταφορικά που έχει πομπώδη κι εντυπωσιακή συμπεριφορά, αλλά χωρίς ουσία και σοβαρότητα

Παχύς²

Where it comes from

Παχύς < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Παχύς · Παχύ · Pachys

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • thick relatively great in extent from one surface to another
  • porky rather fat
  • fat carrying a larger than normal amount of fat on one's body

Talk about this word

Cite this
MLA

"παχύς." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%87%CF%8D%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παχύς. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%87%CF%8D%CF%82

Chicago

"παχύς." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%87%CF%8D%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παχύς},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%87%CF%8D%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}