παχύς
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
παχύς¹
- paˈçis
Where it comes from
παχύς < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική παχύς
adjective παχύς · παχιά · παχεία · παχύ · παχιού, παχύ · παχέος
- που έχει μεγάλο πάχος ή όγκο
-
που έχει πολύ λίπος ή μεγάλο βάρος
Similar: εύσαρκος, ευτραφής, παχύσαρκος, παχύσωμος · Opposite: αδύνατος, άπαχος, λιπόσαρκος
-
που έχει μεγάλη πυκνότητα ή βρίσκεται σε ημίρρευστη κατάσταση
Similar: παχύρρευστος, πηχτός, πυκνόρρευστος · Opposite: αραιός, λεπτόρρευστος
-
που διαθέτει μεγάλη πυκνότητα
Opposite: αραιός
- που περιέχει κάτι σε μεγάλη ποσότητα
- που έχει πομπώδη κι εντυπωσιακή συμπεριφορά, αλλά χωρίς ουσία και σοβαρότητα
Παχύς²
Where it comes from
Παχύς < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Παχύς · Παχύ · Pachys
- ανδρικό επώνυμο
In English
Talk about this word "παχύς." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%87%CF%8D%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. παχύς. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%87%CF%8D%CF%82 "παχύς." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%87%CF%8D%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {παχύς},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%87%CF%8D%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}