δυνατός
Ελληνικά · Synonyme und Gegenwörter
AI Einfach erklärt
Eine kurze Erklärung wird geschrieben…
Von einer Haus-KI aus dem Eintrag unten in deiner Sprache geschrieben. Die Quelle ist der Eintrag selbst.
δυνατός¹
- ði.naˈtos
Woher es kommt
δυνατός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δυνατός
Adjektiv δυνατός · δυνατή · δυνατό · δυνατού · δυνατής
-
με μεγάλη σωματική δύναμη
Ο θείος μου είναι πολύ δυνατός, σηκώνει μεγάλα βάρη.
Ähnlich: ρωμαλέος, κραταιός, άλκιμος · Gegenteil: αδύναμος, καχεκτικός
- ο άνθρωπος με υψηλές ικανότητες για κάτι Οι δυνατοί φοιτητές έχουν μεγαλύτερες ελπίδες να πάρουν πτυχίο.
- ο ικανός
- ο εφικτός Δεν είναι νομικά δυνατή η εκδίωξη ενός κράτους μέλους από την ευρωζώνη.
- που χαρακτηρίζεται από μεγάλη ένταση ή σφοδρότητα φυσούσε δυνατός άνεμος
- αυτός που ανήκει στην ανώτερη κοινωνική τάξη των πλούσιων γαιοκτημόνων και των πολιτικών και στρατιωτικών αρχόντων ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Δυνατός²
Woher es kommt
Δυνατός < → λείπει η ετυμολογία
Eigenname Δυνατός · Δυνατοί · Δυνατού · Δυνατών · Δυνατό · Δυνατούς
- ανδρικό επώνυμο
Auf Englisch
Über dieses Wort sprechen "δυνατός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B1%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. δυνατός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B1%CF%84%CF%8C%CF%82 "δυνατός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B1%CF%84%CF%8C%CF%82.Zitieren
@misc{micwyn_2026,
title = {δυνατός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B1%CF%84%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}