δυνατός

Ελληνικά · Synonyme und Gegenwörter

AI Einfach erklärt

Eine kurze Erklärung wird geschrieben…

Von einer Haus-KI aus dem Eintrag unten in deiner Sprache geschrieben. Die Quelle ist der Eintrag selbst.

δυνατός¹

  • ði.naˈtos

Woher es kommt

δυνατός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δυνατός

Adjektiv δυνατός · δυνατή · δυνατό · δυνατού · δυνατής

  1. με μεγάλη σωματική δύναμη Ο θείος μου είναι πολύ δυνατός, σηκώνει μεγάλα βάρη.

    Ähnlich: ρωμαλέος, κραταιός, άλκιμος · Gegenteil: αδύναμος, καχεκτικός

  2. ο άνθρωπος με υψηλές ικανότητες για κάτι Οι δυνατοί φοιτητές έχουν μεγαλύτερες ελπίδες να πάρουν πτυχίο.
  3. ο ικανός
  4. ο εφικτός Δεν είναι νομικά δυνατή η εκδίωξη ενός κράτους μέλους από την ευρωζώνη.

    Ähnlich: πιθανός · Gegenteil: ανέφικτος

  5. που χαρακτηρίζεται από μεγάλη ένταση ή σφοδρότητα φυσούσε δυνατός άνεμος
  6. στη βυζαντινή ιστορία, ως ουσιαστικό αυτός που ανήκει στην ανώτερη κοινωνική τάξη των πλούσιων γαιοκτημόνων και των πολιτικών και στρατιωτικών αρχόντων ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Δυνατός²

Woher es kommt

Δυνατός < → λείπει η ετυμολογία

Eigenname Δυνατός · Δυνατοί · Δυνατού · Δυνατών · Δυνατό · Δυνατούς

  1. ανδρικό επώνυμο

Auf Englisch

  • loud of a sound
  • strong capable of producing great physical force
  • possible being considered, e.g. for a position
  • violent intensely vivid

Über dieses Wort sprechen

Zitieren
MLA

"δυνατός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B1%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

δυνατός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B1%CF%84%CF%8C%CF%82

Chicago

"δυνατός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B1%CF%84%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δυνατός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B1%CF%84%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}