ακκισμός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ακκισμός

Where it comes from

ακκισμός < αρχαία ελληνική ἀκκισμός < ἀκκίζομαι < (η) Ἀκκώ

noun ακκισμός · ακκισμοί · ακκισμού · ακκισμών · ακκισμό · ακκισμούς

  1. επιτηδευμένη συμπεριφορά με ερωτικές προθέσεις ※ Ἀλλὰ δὲν συνήντα καθ᾽ ἑκάστην εἰς τὴν λεωφόρον τοῦ Πανεπιστημίου καὶ εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος τόσους καὶ τόσους φαντάρους, ἢ καὶ σκαπανεῖς, ἢ καὶ ἐλάτας, παρακολουθοῦντας βῆμα πρὸς βῆμα τὰς τροφοὺς μὲ τὰ λευκόπεπλα βρέφη τῶν κυριῶν των, μετ᾽ ἀκκισμῶν στρεφομένας ὀπίσω καὶ ἀνταλλασσούσας φι

Similar: επιτήδευση, κάμωμα, νάζι, προσποίηση, σκέρτσο, υποκρισία, φιλαρέσκεια · Opposite: απλότητα, ειλικρίνεια, ευθύτητα, φυσικότητα

Thesaurus

In English

  • coquetry affectation of amorous tenderness

Talk about this word

Cite this
MLA

"ακκισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BA%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ακκισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BA%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"ακκισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BA%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ακκισμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BA%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}