ακολουθώ
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ακολουθώ
- a.ko.luˈθo
Sounds like ακόλουθο
Where it comes from
ακολουθώ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀκολουθῶ < ἀκολουθέω → δείτε και τη λέξη κέλευθος.
verb ακολουθώ · ακολουθάω · -άς... · ακολούθησα · ακολουθούμαι · ακολουθούμενος
- πηγαίνω πίσω από κάποιον άλλον διανύοντας την ίδια διαδρομή με αυτόν Της είχε γίνει έμμονη ιδέα και τον ακολουθούσε όπου πήγαινε κατά πόδας.
- διανύω μια προκαθορισμένη διαδρομή προσέχοντας να μην ξεφύγω από αυτήν Μπορείς να ακολουθήσεις μια συντομότερη διαδρομή.
- ενεργώ σύμφωνα με μια αρχή ή ένα πρότυπο ακολουθώ την καρδιά μου / ακολουθώ τον δρόμο της καρδιάς / δεν ακολουθώ τη γραμμή κανενός κόμματος
- για την εξέλιξη ενός μεγέθους Φθίνουσα πορεία ακολουθεί ο πληθυσμός των μικρών νησιών.
- είμαι ο επόμενος σε μια ακολουθία στοιχείων Μετά την πρώτη φάση του PSI ακολουθεί η δεύτερη.
- έρχομαι ως συνέπεια προηγούμενων γεγονότων Ποιος ξέρει τι θα ακολουθήσει μετά τις σημερινές εξελίξεις!
Similar: παίρνω από πίσω, συνοδεύω, παρακολουθώ, πρεσβεύω
Thesaurus
verb
Similar: παίρνω από πίσω, συνοδεύω, παρακολουθώ, πρεσβεύω
In English
Talk about this word "ακολουθώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B8%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. ακολουθώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B8%CF%8E "ακολουθώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B8%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ακολουθώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B8%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}