ακόντιο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ακόντιο¹

  • aˈkon.dio

Where it comes from

ακόντιο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκόντιον

: (τοπογραφικό όργανο) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική piquet

noun ακόντιο · ακόντια · ακόντιου · ακοντίου · ακόντιων · ακοντίων

  1. όπλο που αποτελείται από μακρύ ξύλινο κοντάρι, με μεταλλική συνήθως αιχμή, και εκτοξεύεται με το χέρι και χρησιμοποιούνταν στο κυνήγι ή στον πόλεμο (οπότε λεγόταν δόρυ)
  2. αθλητισμός ξύλινο κοντάρι που χρησιμοποιείται στον ακοντισμό
  3. figuratively, συνεκδοχικά ο ακοντισμός
  4. ξύλινο κοντάρι μικρού μεγέθους το οποίο χρησιμοποιείται ως όργανο για τοπογραφικές μετρήσεις

Similar: δόρυ, κοντάρι, λόγχη

Ακόντιο²

  • aˈkon.di.o

Where it comes from

Ακόντιο < ελληνιστική κοινή Ἀκόντιον

proper noun Ακόντιο · Ακόντιου · Ακοντίου

  1. βουνό της Βοιωτίας
  2. χωριό της Βοιωτίας

    Similar: Βιδβάρδι, Μπισμπάρδι

  3. εγκαταλελειμμένος οικισμός του νομού Καστοριάς

Thesaurus

In English

  • spear long stick with a sharp tip
  • javelin spear used in athletic competition

Talk about this word

Cite this
MLA

"ακόντιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ακόντιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BF

Chicago

"ακόντιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ακόντιο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}