ακόντιο
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ακόντιο¹
- aˈkon.dio
Where it comes from
ακόντιο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκόντιον
: (τοπογραφικό όργανο) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική piquet
noun ακόντιο · ακόντια · ακόντιου · ακοντίου · ακόντιων · ακοντίων
- όπλο που αποτελείται από μακρύ ξύλινο κοντάρι, με μεταλλική συνήθως αιχμή, και εκτοξεύεται με το χέρι και χρησιμοποιούνταν στο κυνήγι ή στον πόλεμο (οπότε λεγόταν δόρυ)
- ξύλινο κοντάρι που χρησιμοποιείται στον ακοντισμό
- ο ακοντισμός
- ξύλινο κοντάρι μικρού μεγέθους το οποίο χρησιμοποιείται ως όργανο για τοπογραφικές μετρήσεις
Ακόντιο²
- aˈkon.di.o
Where it comes from
Ακόντιο < ελληνιστική κοινή Ἀκόντιον
proper noun Ακόντιο · Ακόντιου · Ακοντίου
- βουνό της Βοιωτίας
-
χωριό της Βοιωτίας
Similar: Βιδβάρδι, Μπισμπάρδι
- εγκαταλελειμμένος οικισμός του νομού Καστοριάς
Thesaurus
In English
Talk about this word "ακόντιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. ακόντιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BF "ακόντιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ακόντιο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}