αμελητέος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αμελητέος

  • a.me.liˈte.os

Where it comes from

αμελητέος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀμελητέος (αυτός που πρέπει να αμεληθεί), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική négligeable. Μορφολογικά αναλύεται σε α- + μελητ- + -τέος.

adjective αμελητέος · αμελητέα · αμελητέο · αμελητέου · αμελητέας

  1. τόσο λίγος ή ασήμαντος, που δεν του αξίζει προσοχή ※ Ένα μικρό, αλλά όχι αμελητέο ποσοστό των ανθρώπων που αυτοτραυματίζονται έχει και αυτοκτονικές τάσεις, καθώς βλέπει τον αυτοτραυματισμό ως μια πρόβα μέχρι να γλιτώσει μια και καλή από τη βασανιστική ζωή.

Similar: αγνοητέος, αναξιοπρόσεχτος, ασήμαντος, δευτερεύων, ελάχιστος, επουσιώδης, ευκαταφρόνητος, μηδαμινός, τιποτένιος · Opposite: αξιόλογος, δυσκαταφρόνητος, σημαντικός, υπολογίσιμος

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αμελητέος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%AD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αμελητέος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%AD%CE%BF%CF%82

Chicago

"αμελητέος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%AD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αμελητέος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%AD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}