αμφίβολος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αμφίβολος

Where it comes from

αμφίβολος < αρχαία ελληνική ἀμφίβολος < ἀμφί- + βάλλω (: χτυπώ)

:: η αρχική σημασία της λέξης ήταν «αυτός που βάλλεται από όλες τις πλευρές»

adjective αμφίβολος · αμφίβολη · αμφίβολο · αμφίβολου · αμφίβολης

  1. αυτός για τον οποίο υπάρχουν αμφιβολίες η μέθοδός της είναι σωστή αλλά το αποτέλεσμα αμφίβολο

Similar: αβέβαιος, αμφισβητούμενος, επισφαλής · Opposite: βέβαιος, ασφαλής, αναμφίβολος

noun αμφίβολος · αμφίβολη · αμφίβολο · αμφίβολου · αμφίβολης

  1. ορυκτολογία ορυκτό, ομάδα μεταμορφωμένων πετρωμάτων ※ O αμφιβολίτης είναι ένα μεταμορφωμένο πέτρωμα, το οποίο αποτελείται κυρίως από ορυκτά της ομάδας των αμφιβόλων (κεροστίλβη, ακτινόλιθος) και Ca-Na-ούχο άστριο (πλαγιόκλαστο). Εμφανίζεται με βαθυπράσινο χρώμα και χαρακτηρίζεται από ασθενή έως καθόλου σχιστότητα. Ο αμφιβολίτης εμφανίζεται σε αρκετές

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αμφίβολος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%AF%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αμφίβολος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%AF%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%82

Chicago

"αμφίβολος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%AF%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αμφίβολος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%AF%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}