ανήφορος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ανήφορος¹
Where it comes from
ανήφορος < μεσαιωνική ελληνική ἀνήφορος < ελληνιστική κοινή ἀνώφορος < αρχαία ελληνική ἀνωφερής
noun ανήφορος · ανήφοροι · ανήφορου · ανήφορων · ανήφορο · ανήφορους
- έδαφος ή δρόμος με κλίση προς τα πάνω ※ Γι' αυτόν που θέλει ν' ανηφορίσει, όπως εμείς και να πάμε στο σπίτι μας, ο ανήφορος είναι καλός. Γι' αυτόν όμως που θέλει να κατηφορίσει κι ανηφορίζει, ο ανήφορος είναι παιδεμός. (Αντώνης Σουρούνης, Το μονοπάτι στη θάλασσα: μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2006, σελ. 190)
- δυσκολίες
- άνοδος (τιμών)
Similar: ανηφόρα, ανηφοράκι, ανηφόρι, ανηφοριά, άνοδος, ανωφέρεια · Opposite: κατηφόρα, κατηφοριά, κάθοδος, κατωφέρεια
Ανήφορος²
Where it comes from
Ανήφορος < ανήφορος
proper noun Ανήφορος · Ανηφόρου · Aniforos
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
Talk about this word "ανήφορος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AE%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ανήφορος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AE%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82 "ανήφορος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AE%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ανήφορος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%AE%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}