ανατολικός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ανατολικός

  • a.na.to.liˈkos

Where it comes from

ανατολικός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀνατολή < ἀνατέλλω < ἀνά + τέλλω (2. σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική oriental)

adjective ανατολικός · ανατολική · ανατολικό · ανατολικού · ανατολικής

  1. που έχει σχέση με την ανατολή, αναφέρεται σ’ αυτή, βρίσκεται σ’ αυτή, είναι στραμμένος προς αυτή, κατευθύνεται σ’ αυτή ή προέρχεται απ’ αυτή
  2. που έχει σχέση με την Ανατολή, αναφέρεται σ’ αυτή, βρίσκεται σ’ αυτή ή είναι επηρεασμένος από τις ιδέες, απόψεις, θρησκευτικές δοξασίες κ.λπ. που υπάρχουν σ’ αυτή
  3. για άνεμο που πνέει από την ανατολή

    Similar: απηλιώτης, λεβάντες

Opposite: δυτικός

Thesaurus

adjective

Opposite: δυτικός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ανατολικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανατολικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"ανατολικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανατολικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}