מיקווין

ανησυχώ

Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

ανησυχώ

  • a.ni.siˈxo

נשמע כמו ανήσυχο

מאיפה זה בא

ανησυχώ < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀνησυχῶ < ανήσυχ(ος) + -ώ & μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική inquiéter, s'inquiéter

:* για τη σημασία «αναστατώνω, χαλάω την ησυχία» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική troubler

פועל ανησυχώ · ανησυχούσα · ανησύχησα · θα ανησυχώ

  1. intransitive, αμετάβατο βρίσκομαι σε ανησυχία, διακατέχομαι από κάποια αγωνία ή φόβο Μην ανησυχείς, όλα θα πάνε καλά.

    הפך: εφησυχάζω, άγχομαι, φοβάμαι

  2. transitive, μεταβατικό προκαλώ ανησυχία, αγωνία σε κάποιον Έλαβα ένα μήνυμα που με ανησύχησε.
  3. transitive, μεταβατικό αναστατώνω κάποιον, χαλάω την ησυχία κάποιου

    דומה: ενοχλώ, θορυβώ

באנגלית

  • concern to make somebody worried
  • fuss to be very worried or excited about something, often too much
  • disquiet To make (someone) worried or anxious
  • worry to be troubled

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"ανησυχώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B7%CF%83%CF%85%CF%87%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανησυχώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B7%CF%83%CF%85%CF%87%CF%8E

Chicago

"ανησυχώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B7%CF%83%CF%85%CF%87%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανησυχώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CE%B7%CF%83%CF%85%CF%87%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}