φοβάμαι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φοβάμαι
Where it comes from
φοβάμαι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φοβοῦμαι (συνηρημένος τύπος του φοβέομαι) + -άμαι < παθητική φωνή του ρήματος φοβέω < φόβος < φέβομαι
verb φοβάμαι · φοβήθηκα · φοβισμένος · φοβούμαι · φοβόμουν
- νιώθω φόβο, συναίσθημα που προκαλείται από σοβαρό κίνδυνο, απειλή κλπ. ※ Φοβάμαι τη νύχτα στο κέντρο, φοβάμαι τους σεισμούς
- διστάζω, ανησυχώ, σκέφτομαι τυχόν αρνητικές παραμέτρους όχι ικανές να απειλήσουν ή να φοβερίσουν, αλλά ικανές να προβληματίσουν ※ Λέω να μην απλώσω τα ρούχα, γιατί φοβάμαι μη βρέξει
- ευγενικός τρόπος εκφοράς άρνησης, ματαίωσης, όταν ο συνομιλητής αναμένεται λογικά να στενοχωρηθεί από αυτό που θα ακούσει Φοβάμαι πως δε θα μπορέσουμε να σας προσλάβουμε (εγώ πιθανόν να ήθελα, αλλά τα υπόλοιπα στελέχη, όχι)
Similar: αγριεύομαι, αγρούμαι
Thesaurus
verb
Similar: αγριεύομαι, αγρούμαι
In English
Talk about this word "φοβάμαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. φοβάμαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CE%BC%CE%B1%CE%B9 "φοβάμαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CE%BC%CE%B1%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φοβάμαι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}