φοβάμαι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φοβάμαι

Where it comes from

φοβάμαι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φοβοῦμαι (συνηρημένος τύπος του φοβέομαι) + -άμαι < παθητική φωνή του ρήματος φοβέω < φόβος < φέβομαι

verb φοβάμαι · φοβήθηκα · φοβισμένος · φοβούμαι · φοβόμουν

  1. νιώθω φόβο, συναίσθημα που προκαλείται από σοβαρό κίνδυνο, απειλή κλπ. ※ Φοβάμαι τη νύχτα στο κέντρο, φοβάμαι τους σεισμούς
  2. διστάζω, ανησυχώ, σκέφτομαι τυχόν αρνητικές παραμέτρους όχι ικανές να απειλήσουν ή να φοβερίσουν, αλλά ικανές να προβληματίσουν ※ Λέω να μην απλώσω τα ρούχα, γιατί φοβάμαι μη βρέξει
  3. ευγενικός τρόπος εκφοράς άρνησης, ματαίωσης, όταν ο συνομιλητής αναμένεται λογικά να στενοχωρηθεί από αυτό που θα ακούσει Φοβάμαι πως δε θα μπορέσουμε να σας προσλάβουμε (εγώ πιθανόν να ήθελα, αλλά τα υπόλοιπα στελέχη, όχι)

Similar: αγριεύομαι, αγρούμαι

Thesaurus

In English

  • fear feel fear about (something)
  • apprehend to anticipate (something) with anxiety, dread, or fear — see also dread, fear
  • dread to fear greatly so./sth.

Talk about this word

Cite this
MLA

"φοβάμαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φοβάμαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CE%BC%CE%B1%CE%B9

Chicago

"φοβάμαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CE%BC%CE%B1%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φοβάμαι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}