αντίφαση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αντίφαση

  • anˈdi.fa.si

Where it comes from

αντίφαση < αρχαία ελληνική ἀντίφασις < ἀντίφημι < ἀντί + φημί

noun αντίφαση · αντιφάσεις · αντίφασης · αντιφάσεων

  1. λογική η ύπαρξη έγκυρων συνεπαγωγών που ξεκινούν από μία θέση (ή θέσεις) και καταλήγουν σε μία πρόταση που είναι ψευδής ή ισοδύναμα, σε μια πρόταση και την άρνησή της, κάτι που αποδεικνύει ότι η θέση δεν μπορεί να είναι αληθής ※ Έτσι τα κακώς κείμενα, οι αντιφάσεις, οι δυσλειτουργίες, οι ανεπιείκειες και οι αδικίες του κόσμου δεν θα αίρονταν ως δια μαγείας και από μόνες του (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, 2014)
  2. λογική σύνθετη λογική πρόταση που είναι πάντα 'Ψευδής'

Similar: αντινομία, παράδοξο · Opposite: ταυτολογία

Thesaurus

In English

  • contradiction statement that contradicts itself
  • paradox person or thing with contradictory properties

Talk about this word

Cite this
MLA

"αντίφαση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CF%86%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αντίφαση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CF%86%CE%B1%CF%83%CE%B7

Chicago

"αντίφαση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CF%86%CE%B1%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αντίφαση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CF%86%CE%B1%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}