παράδοξο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

παράδοξο

  • paˈɾa.ðo.kso

Where it comes from

παράδοξο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου παράδοξος

noun παράδοξο · παράδοξα · παράδοξου · παράδοξων

  1. κάτι που έρχεται σε σύγκρουση με την κοινή λογική, που περιέχει αντίφαση
  2. λογική λογική πρόταση που ενώ είναι φανερά λάθος στηρίζεται λογικά Γνωστά παράδοξα από την αρχαιότητα είναι τα παράδοξα του Ζήνωνα, όπως το παράδοξο του Αχιλλέα με τη χελώνα.

Similar: αντινομία, αντίφαση

adjective παράδοξο · παράδοξα · παράδοξου · παράδοξων

  1. accusative, masculine, singular, αρσενικό αιτιατική ενικού του παράδοξος
  2. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του παράδοξος

Thesaurus

In English

  • paradox in logic: a self-contradictory statement

Talk about this word

Cite this
MLA

"παράδοξο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

παράδοξο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%BF

Chicago

"παράδοξο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {παράδοξο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}