αποσιωπώ

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αποσιωπώ

  • a.po.si.oˈpo

Where it comes from

αποσιωπώ < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀποσιωπῶ < ελληνιστική κοινή ἀποσιωπάω, -ῶ (κρατώ μυστικό) < αρχαία ελληνική ἀποσιωπάω, -ῶ (κρατώ σιωπή). Συγχρονικά αναλύεται σε απο- + σιωπώ.

verb αποσιωπώ · -άς · -ά · αποσιώπησα · αποσιωπώμαι · αποσιωπούμαι

  1. δεν αναφέρομαι επίτηδες σε κάτι που γνωρίζω με σκοπό να το κρατήσω κρυφό ※ αποχώρησε από το κόμμα, καταγγέλοντας, με σχετική δήλωσή του, τον εκ Κρήτης πολιτικό για τη δημιουργία τεχνητής κρίσης ηγεσίας, προκειμένου να αποσιωπήσει τα μεγάλα προβλήματα της παράταξης και να μετατρέψει ένα κόμμα αρχών σε προσωποπαγές κόμμα. (Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, Όπως τα έζησα (1981-1993), ε

    Similar: αποκρύπτω, κρύβω, παρασιωπώ · Opposite: αποκαλύπτω, φανερώνω

Talk about this word

Cite this
MLA

"αποσιωπώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CE%B9%CF%89%CF%80%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αποσιωπώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CE%B9%CF%89%CF%80%CF%8E

Chicago

"αποσιωπώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CE%B9%CF%89%CF%80%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αποσιωπώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CE%B9%CF%89%CF%80%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}