αποστασία

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αποστασία

Where it comes from

αποστασία < αρχαία ελληνική ἀποστασία < ἀποστατῶ

noun αποστασία · αποστασίες · αποστασίας · αποστασιών

  1. εξέγερση κατά της εξουσίας
  2. πολιτική μεταπήδηση από ένα κόμμα προς άλλο
  3. αποκήρυξη της θρησκείας ή της πίστης
  4. θρησκεία, ειδικότερα για ιερείς αποσχηματισμός, εκούσια αποβολή του ιερατικού σχήματος

Similar: στάση, ανταρσία, κίνημα, εξέγερση, στασιασμός, αποσχηματισμός

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αποστασία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αποστασία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1

Chicago

"αποστασία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αποστασία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}