απόπατος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

απόπατος

  • aˈpo.pa.tos

Where it comes from

απόπατος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπόπατος < ἀπoπατῶ < ἀπό + πατῶ

noun απόπατος · απόπατοι · απόπατου · απόπατων · απόπατο · απόπατους

  1. χώρος που προορίζεται για την αφόδευση και την ούρηση ※ Ἀθήνα... ξέρεις τί θὰ πῇ, πουλάκι μου, Ἀθήνα; / ἀπόπατος ἀπέραντος ἐν μέσῳ ἀποπάτων. (Γεώργιος Σουρής, «Ἀθήνα», 1883)
  2. figuratively, μεταφορικά χώρος βρωμερός και σιχαμερός, ή γενικότερα κάτι το αποκρουστικό ※ Τα διαφανή πλαστικά κουτιά μεταβλήθηκαν σε απόπατο του θυμού μας. (Π. Σιάνης, «Κάλπες, καταφύγιο ή απόπατος;», εφημερίδα Το Ποντίκι (Αθήνα), 7 Μαΐου 2012)

Similar: αποχωρητήριο, αφοδευτήριο, βεσέ, καμπινές, τουαλέτα

Thesaurus

In English

  • outhouse outdoor toilet — see also shithouse, latrine, toilet

Talk about this word

Cite this
MLA

"απόπατος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

απόπατος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"απόπατος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {απόπατος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}