αργία
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αργία¹
Where it comes from
αργία < αρχαία ελληνική ἀργός
noun αργία · αργίες · αργίας · αργιών
- ο χρόνος κατά τον οποίο διακόπτεται η εργασία κυρίως εξαιτίας κάποιας γιορτής ή ενός σημαντικού γεγονότος η Πρωτομαγιά είναι μέρα αργίας για τους εργαζόμενους
- η έλλειψη εργασίας ή απασχόλησης εξαιτίας της ανεργίας πολλοί εργάτες είναι καταδικασμένοι σε αναγκαστική αργία
- η πειθαρχική ποινή παύσης εργασίας, που επιβάλλεται σε δημόσιους υπαλλήλους, στρατιωτικούς και κληρικούς για κάποιο παράπτωμα
Αργία²
Where it comes from
Αργία < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Αργία
- γυναικείο όνομα
Thesaurus
In English
- bank holiday a weekday granted to workers as a national holiday
- holiday day declared free from work by the government
Talk about this word "αργία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B3%CE%AF%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. αργία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B3%CE%AF%CE%B1 "αργία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B3%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αργία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B3%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}