ασπόνδυλος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ασπόνδυλος

Where it comes from

ασπόνδυλος < α- + σπόνδυλος ((μεταφραστικό δάνειο) (γαλλικά) invertébré)

adjective ασπόνδυλος · ασπόνδυλη · ασπόνδυλο · ασπόνδυλου · ασπόνδυλης

  1. ζωολογία χωρίς σπονδυλική στήλη

    Opposite: σπονδυλωτός

  2. neuter, plural only, ουσιαστικοποιημένο, ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό, ζωολογία ασπόνδυλα: ζώα τα οποία δεν διαθέτουν σπονδυλική στήλη. Πρόκειται για το 97% των ειδών των ζώων.

    Opposite: σπονδυλωτά

  3. neuter, singular only, ουσιαστικοποιημένο, ουδέτερο, μόνο στον ενικό ασπόνδυλο: (μεταφορικά, μειωτικό) αρνητικός χαρακτηρισμός χαμερπή ή δειλού ανθρώπου

    Similar: αναξιοπρεπής, δειλός, δουλοπρεπής, χαμερπής

  4. figuratively, μεταφορικά χωρίς συνοχή και οργάνωση

    Similar: ανοργάνωτος, διαλυμένος

Talk about this word

Cite this
MLA

"ασπόνδυλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%80%CF%8C%CE%BD%CE%B4%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ασπόνδυλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%80%CF%8C%CE%BD%CE%B4%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82

Chicago

"ασπόνδυλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%80%CF%8C%CE%BD%CE%B4%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ασπόνδυλος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%80%CF%8C%CE%BD%CE%B4%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}