αφανής
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αφανής
- a.faˈnis
Where it comes from
αφανής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀφανής < στερητικό ἀ- (α-) + -φανής ( < φαίνομαι)
adjective αφανής · αφανές · αφανούς
- αυτός που δεν φαίνεται, που δεν είναι ορατός από μια συγκεκριμένη θέση ή υπό συγκεκριμένες συνθήκες
- αστέρας που παραμένει κάτω από τον ορίζοντα της θέσης του παρατηρητή όλο το εικοσιτετράωρο και δεν του είναι ορατός αφανείς αστερισμοί ονομάζονται στο Βόρειο ημισφαίριο της Γης οι αστερισμοί που είναι ορατοί μόνο από το Νότιο ημισφαίριο.
- αφανής ναύτης (γενική ονομασία μνημείου αγνοούμενου ναύτη ή ναυτών)
- εκείνος που δεν προβάλλεται, που δεν τον φέρνει κάποιος στο προσκήνιο ή που μένει στη σκιά από δική του διακριτικότητα ή και για άλλους σκοπούς δεν πρέπει να ξεχνάμε και τους μικρούς αφανείς ήρωες της καθημερινότητας.
Similar: ορατός, αόρατος, άφαντος, ταπεινόφρων, διακριτικός, άγνωστος, Μνημείο του άγνωστου στρατιώτη, πεσόντα, κρυμμένος, χαμένος, αφάνεια
Thesaurus
adjective
Similar: ορατός, αόρατος, άφαντος, ταπεινόφρων, διακριτικός, άγνωστος, Μνημείο του άγνωστου στρατιώτη, πεσόντα, κρυμμένος, χαμένος, αφάνεια
In English
- undercover Performed or happening in secret
Talk about this word "αφανής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αφανής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%AE%CF%82 "αφανής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%AE%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αφανής},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%AE%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}