αφανής

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αφανής

  • a.faˈnis

Where it comes from

αφανής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀφανής < στερητικό ἀ- (α-) + -φανής ( < φαίνομαι)

adjective αφανής · αφανές · αφανούς

  1. αυτός που δεν φαίνεται, που δεν είναι ορατός από μια συγκεκριμένη θέση ή υπό συγκεκριμένες συνθήκες
  2. αστρονομία αστέρας που παραμένει κάτω από τον ορίζοντα της θέσης του παρατηρητή όλο το εικοσιτετράωρο και δεν του είναι ορατός αφανείς αστερισμοί ονομάζονται στο Βόρειο ημισφαίριο της Γης οι αστερισμοί που είναι ορατοί μόνο από το Νότιο ημισφαίριο.
  3. ναυτικός όρος αφανής ναύτης (γενική ονομασία μνημείου αγνοούμενου ναύτη ή ναυτών)
  4. εκείνος που δεν προβάλλεται, που δεν τον φέρνει κάποιος στο προσκήνιο ή που μένει στη σκιά από δική του διακριτικότητα ή και για άλλους σκοπούς δεν πρέπει να ξεχνάμε και τους μικρούς αφανείς ήρωες της καθημερινότητας.

Similar: ορατός, αόρατος, άφαντος, ταπεινόφρων, διακριτικός, άγνωστος, Μνημείο του άγνωστου στρατιώτη, πεσόντα, κρυμμένος, χαμένος, αφάνεια

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αφανής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αφανής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%AE%CF%82

Chicago

"αφανής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αφανής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}