βάλσαμο
Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
βάλσαμο
מאיפה זה בא
βάλσαμο < αρχαία ελληνική βάλσαμον
שם עצם βάλσαμο · βάλσαμα · βάλσαμου · βάλσαμων
-
το ανθοφόρο φυτό του γένους Υπερικόν (Hypericum), της οικογένειας Υπερικίδες (Hypericaceae) (είδος: Υπερικόν το διάτρητον / Hypericum perforatum)
דומה: βαλσαμόχορτο, σπαθόχορτο
- η φυτική ελαιώδης και ρητινώδης ουσία με φαρμακευτικές ή αρωματικές ιδιότητες για ανάλογες χρήσεις ※ Δεν νομίζω ότι υπάρχει συγγραφέας που δεν αντιλαμβάνεται αυτή την πρόκληση επαναγραφής σαν βάλσαμο στην ανασφάλειά του και σαν απόδειξη του ότι τα βιβλία είναι ζωντανά πλάσματα που εξελίσσονται και αποζητούν τη φροντίδα των αναγνωστών, των εκδοτών, των συγγραφέων τους.
באנגלית
- salve something that soothes or heals
- balsam sweet-smelling oil or resin derived from some plants
- St. John's wort any plant of the genus Hypericum
לדבר על המילה הזו "βάλσαμο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CF%83%CE%B1%CE%BC%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. βάλσαμο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CF%83%CE%B1%CE%BC%CE%BF "βάλσαμο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CF%83%CE%B1%CE%BC%CE%BF.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {βάλσαμο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CF%83%CE%B1%CE%BC%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}