βασιλιάς

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βασιλιάς¹

  • va.siˈʎas

Where it comes from

βασιλιάς < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βασιλιάς < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βασιλεύς

noun βασιλιάς · βασιλιάδες · βασιλιά · βασιλιάδων

  1. ιστορία ο κληρονομικός πολιτικός ή/και στρατιωτικός ηγέτης μιας φυλής ή ενός κράτους που κυβερνά μόνος του με απόλυτη εξουσία ή περιστοιχιζόμενος από ένα συμβούλιο ή κοινοβούλιο Τον εικοστό αιώνα, οι βασιλιάδες στην Ευρώπη ήταν όλοι συνταγματικοί μονάρχες.

    Similar: μονάρχης, ρήγας, κράλης

  2. figuratively, μεταφορικά που ξεχωρίζει σε έναν τομέα, επειδή έχει αποκτήσει μεγάλη φήμη ή μεγάλη ισχύ ή πλούτο Ο βασιλιάς των ζώων είναι τo λιοντάρι κι ο βασιλιάς των πουλιών είναι ο αετός.
  3. σκάκι ένα από τα κομμάτια στο σκάκι

Βασιλιάς²

Where it comes from

Βασιλιάς < βασιλιάς

proper noun Βασιλιάς · Βασιλιάδες · Βασιλιά · Βασιλιάδων

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • king a male of a royal family who is the supreme ruler of his nation
  • tycoon wealthy, powerful business person

Talk about this word

Cite this
MLA

"βασιλιάς." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βασιλιάς. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CF%82

Chicago

"βασιλιάς." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βασιλιάς},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}