βλάχος
Ελληνικά · 유의어·반의어
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
βλάχος¹
- ˈvla.xos
어원
βλάχος → δείτε τη λέξη Βλάχος
명사 βλάχος · βλάχοι · βλάχου · βλάχων · βλάχο · βλάχους
- που εκτός από τη μητρική του γλώσσα (π.χ. ελληνικά) μιλάει και τη βλάχικη
- που ασχολείται με τη ποιμενική εργασία
-
επαρχιώτης
비슷한 말: χωριάτης · 반의어: πρωτευουσιάνος
- που δεν έχει αποκτήσει τους τρόπους, τη νοοτροπία και την προφορά των κατοίκων της πρωτεύουσας
-
είδος ψαριού (Polyprion americanum - Πολυπρίων ο αμερικανός), συγγενές του ροφού, της σφυρίδας και της στήρας, ανήκει στην οικογένεια των σερανιδών
비슷한 말: πίγκα
- για το εθνικό όνομα
Βλάχος²
- ˈvla.xos
어원
Βλάχος < μεσαιωνική ελληνική Βλάχος < παλαιά εκκλησιαστική σλαβονική влахъ (vlaxŭ) < πρωτοσλαβική *volxъ < πρωτογερμανική *walhaz (ξένος, Κέλτης, Ρωμαίος, μη Γερμανός) < (πιθανώς) πρωτοκελτική *wolkos (γεράκι) ή *ulkʷos (λύκος)
고유 명사 Βλάχος · Βλάχοι · Βλάχου · Βλάχων · Βλάχο · Βλάχους
- αυτός που κατάγεται από τη Βλαχία (θηλυκό Βλάχα)
- μέλος λατινόφωνης πληθυσμιακής ομάδας κυρίως της περιοχής της Πίνδου (θηλυκό Βλάχα) ※ Το πρόβλημα της προέλευσης των Βλάχων δεν έχει παρά μόνο τις εξής διαστάσεις: σε ποιούς λαούς, με τι τρόπο, σε ποια έκταση, σε ποια ιστορική περίοδο και σε τι βαθμό υπήρξε γλωσσικός εκλατινισμός, για πόση χρονική διάρκεια και για ποιους λόγους. (Γιώργης Έξαρχος, Αχιλλεύς Λαζάρου, Οι Ελληνοβλάχοι (
- ομιλητής της βλαχικής γλώσσας
- αυτός που ασχολείται με τη ποιμενική εργασία
- άξεστος με χωριάτικη συμπεριφορά
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Βλάχου)
영어로
- Wallachian person from Wallachia or of Wallachian descent
- Aromanian person
- hick country yokel or hillbilly
이 단어에 대해 이야기하기 "βλάχος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CF%87%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. βλάχος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CF%87%CE%BF%CF%82 "βλάχος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CF%87%CE%BF%CF%82.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {βλάχος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CF%87%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}