βοσκός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βοσκός¹

  • voˈskos

Where it comes from

βοσκός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή βοσκός

noun βοσκός · βοσκοί · βοσκού · βοσκών · βοσκό · βοσκούς

  1. επάγγελμα αυτός που ασχολείται με τη βόσκηση των ζώων, τα οδηγεί στους βοσκότοπους και τα επιτηρεί

Similar: ποιμένας, τσοπάνης, τσομπάνης, τσοπάνος, τσομπάνος, τσέλιγκας

Βοσκός²

  • voˈskos

Where it comes from

Βοσκός < επάγγελμα βοσκός

proper noun Βοσκός · Βοσκοί · Βοσκού · Βοσκών · Βοσκό · Βοσκούς

  1. ανδρικό επώνυμο ※ Την Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2022 και ώρα 19.00 στην Μεγάλη Αίθουσα του Πανεπιστημίου Αθηνών (κεντρικό κτήριο, Πανεπιστημίου 30) θα πραγματοποιηθεί η τελετή επίδοσης Τιμητικού Τόμου στον Ομότιμο Καθηγητή του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Ανδρέα Ι. Βοσκό.

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"βοσκός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

βοσκός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"βοσκός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βοσκός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}