τσοπάνης
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τσοπάνης¹
- t͡soˈpa.nis
Where it comes from
τσοπάνης < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική چوبان (τουρκική çoban, προφορά /t͡soˈban/) με αποηχηροποίηση [b] > [p] + -ης < περσική چوپان (čupân) < μέση περσική 𐫢𐫇𐫁𐫀𐫗 (šubān)
noun τσοπάνης · τσοπάνηδες · τσοπαναραίοι · τσοπάνη · τσοπάνηδων · τσοπαναραίων
- εκείνος που βόσκει ή / και φυλάει ένα κοπάδι από γίδια και πρόβατα ※ Πάντως θα πρέπει να γνωρίζει το ΥπΑΑΤ ότι τα τελευταία χρόνια επειδή είναι δύσκολο να βρεθούν εργατικά χέρια (τσοπάνηδες) μεγάλος αριθμός αιγοπροβατοτρόφων στρέφεται στη βοοτροφία, όπου υπάρχουν λιγότερα ζώα και αρμέγματα. Αυτό δείχνουν και τα στοιχεία της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θρά
- αγροίκος, άξεστος
Τσοπάνης²
Where it comes from
Τσοπάνης < τσοπάνης
proper noun Τσοπάνης · Τσοπάνηδες · Τσοπάνη · Τσοπάνηδων
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
In English
- shepherd a person who tends sheep
Talk about this word "τσοπάνης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%BF%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. τσοπάνης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%BF%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B7%CF%82 "τσοπάνης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%BF%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τσοπάνης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%BF%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}