βούλα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βούλα¹

  • ˈvu.la

Where it comes from

βούλα : (ορθογραφική απλοποίηση) κληρονομημένο από την ελληνιστική κοινή βούλλα < υστερολατινική bulla < γαλατικά < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *beu- (εξόγκωμα, οίδημα)

noun βούλα · βούλες · βούλας

  1. η σφραγίδα καθώς και (συνεκδοχικά) το έγγραφο στο οποίο αυτή υπάρχει

    Similar: στάμπα, σφράγισμα

  2. σημάδι σε σχήμα κύκλου διαφορετικού χρώματος ※ Και μπαίνει, που λέτε, την πρώτη μέρα της καινούργιας χρονιάς στην αίθουσα καταχαρούμενος και τι να δει; Πέντε όλους κι όλους φοιτητές πάλι: δυό Αμερικανές χίπισσες, έναν νεαρό Γάλλο με πατομπούκαλα για γυαλιά, μια Ινδή με βούλα στο μέτωπο και έναν μουσουλμάνο κύριο με ρόμπα. (Διονύσης Σαββόπουλος

    Similar: στίγμα, κηλίδα, πουά, πουάν, κουκκίδα

  3. λακκάκι στο μάγουλο, στο σαγόνι ή το λαιμό

    Similar: γελασίνοι, χαράκωμα

  4. αθλητισμός ειδικό σημείο με μια λευκή βούλα, στην οποία τοποθετείται η μπάλα πριν χτυπηθεί ένα πέναλτι κατά τη διάρκεια ενός ποδοσφαιρικού αγώνα Για την εκτέλεση του πέναλτι η μπάλα τοποθετείται 11 μέτρα από την γραμμή τέρματος σε ειδική λευκή βούλα που υπάρχει στη μεγάλη περιοχή. (*)

Βούλα²

  • ˈvu.la

Where it comes from

Βούλα < περικοπή του Παρασκευούλα (< υποκοριστικό του Παρασκευή + -ούλα) ή του Σταυρούλα και άλλων υποκοριστικών σε -ούλα

:* για το τοπωνύμιο < βούλα

proper noun Βούλα

  1. χαϊδευτικό γυναικείο όνομα
  2. προάστιο της Αθήνας
  3. ελώδης περιοχή ανατολικά των Τρικάλων, κοντά στο χωριό Κλοκοτός

proper noun Βούλα · Voula

  1. γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Βούλας)

In English

  • bullet typography: printed symbol in the form of a solid circle
  • spot a round or irregular patch of a different color
  • seal stamp used to impress a design on a soft substance
  • Voula a city in Greece

Talk about this word

Cite this
MLA

"βούλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βούλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1

Chicago

"βούλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βούλα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}