ミクウィン

γκόμενα

Ελληνικά · 類義語・対義語

AI わかりやすく

短い説明を書いています…

下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。

γκόμενα

  • ˈɡo.me.na

由来

γκόμενα < βενετική gómina / ιταλική gomena < μεσαιωνική λατινική gumena / gomena < αραβική جمان (jumān) < αρχαία ελληνική ἡγουμένη (αντιδάνειο) < ἡγέομαι / ἡγοῦμαι

:: Ή < πιθανόν (άμεσο δάνειο) ιταλική gommina, θηλυκό του gommeno < γαλλική gommeux (όμορφος νεαρός)

:: Κατʼ άλλη άποψη: < επωνυμία μάρκας λακ για μαλλιά

名詞 γκόμενα · γκόμενες · γκόμενας

  1. familiar, vulgar, λαϊκότροπο, οικείο η κοπέλα ή γυναίκα με την οποία κάποιος/α έχει ερωτικές σχέσεις ※ Μαρία με τα κίτρινα με βάση τα δεδόμενα εδώ ο πλανήτης χάνεται κι εσύ το παίζεις γκόμενα
  2. familiar, vulgar, λαϊκότροπο, οικείο ωραία ή νεαρή γυναίκα ※ Σήμερα φαίνομαι αρκετά νέα, άλλαξα λουκ, το μαλλί είναι σγουρό -ας είναι καλά η περούκα- μέχρι και κατάμαυρα μάτια απέκτησα σήμερα, ας είναι καλά οι φακοί επαφής. Τελικά, όταν φτιάχνομαι μπορώ να γίνομαι πολύ γκόμενα. Μπήκα στο γραφείο με τακουνάρες και κόκκινο στενό παντελόνι. Νεανίζω η άτιμη τώρ
  3. slang, στρατιωτική αργκό το προσωπικό όπλο του κάθε στρατιώτη

類語: ερωμένη, κοπελιά, φιλενάδα

類義語・対義語

英語で

この単語について話す

引用する
MLA

"γκόμενα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γκόμενα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B1

Chicago

"γκόμενα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γκόμενα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}