γκόμενα
Ελληνικά · 類義語・対義語
AI わかりやすく
短い説明を書いています…
下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。
γκόμενα
- ˈɡo.me.na
由来
γκόμενα < βενετική gómina / ιταλική gomena < μεσαιωνική λατινική gumena / gomena < αραβική جمان (jumān) < αρχαία ελληνική ἡγουμένη (αντιδάνειο) < ἡγέομαι / ἡγοῦμαι
:: Ή < πιθανόν (άμεσο δάνειο) ιταλική gommina, θηλυκό του gommeno < γαλλική gommeux (όμορφος νεαρός)
:: Κατʼ άλλη άποψη: < επωνυμία μάρκας λακ για μαλλιά
名詞 γκόμενα · γκόμενες · γκόμενας
- η κοπέλα ή γυναίκα με την οποία κάποιος/α έχει ερωτικές σχέσεις ※ Μαρία με τα κίτρινα με βάση τα δεδόμενα εδώ ο πλανήτης χάνεται κι εσύ το παίζεις γκόμενα
- ωραία ή νεαρή γυναίκα ※ Σήμερα φαίνομαι αρκετά νέα, άλλαξα λουκ, το μαλλί είναι σγουρό -ας είναι καλά η περούκα- μέχρι και κατάμαυρα μάτια απέκτησα σήμερα, ας είναι καλά οι φακοί επαφής. Τελικά, όταν φτιάχνομαι μπορώ να γίνομαι πολύ γκόμενα. Μπήκα στο γραφείο με τακουνάρες και κόκκινο στενό παντελόνι. Νεανίζω η άτιμη τώρ
- το προσωπικό όπλο του κάθε στρατιώτη
類義語・対義語
英語で
この単語について話す "γκόμενα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. γκόμενα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B1 "γκόμενα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B1.引用する
@misc{micwyn_2026,
title = {γκόμενα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CE%BA%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}