δημιουργώ
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δημιουργώ
- ði.mi.uɾˈɣo
Where it comes from
δημιουργώ < αρχαία ελληνική δημιουργέω / δημιουργῶ < δημιουργός < δῆμος + ἔργον
verb δημιουργώ · δημιουργούμαι · δημιουργούσα · θα δημιουργώ · να δημιουργώ
- παράγω κάτι από το μηδέν
- φτιάχνω κάτι καινούργιο, είτε επειδή θα είναι χρήσιμο είτε στο πλαίσιο μιας καλλιτεχνικής δραστηριότητας, κατασκευάζω
- επινοώ ※ Η ψυχολατρία (ανιμισμός) που διακρίνεται σε όλο το μυθιστόρημα, η έλλειψη κάθε αισθήματος αυτού που αποκαλούμε παράδοση, το διαρκές παρόν της πρωτόγονης συνείδησης διασαλεύονται από την ανάδυση της ατομικότητας που επιθυμεί να διαφέρει, να δημιουργήσει το χρόνο της και να δηλώνει σε συλλογικό επίπ
- ασχολούμαι δημιουργικά με κάτι καινούριο, συνήθως ασχολούμενος με μια από τις καλές τέχνες μην ενοχλείτε τον καλλιτέχνη, αυτή τη στιγμή δημιουργεί!
- προκαλώ, γίνομαι η αιτία να γίνει κάτι
- παθητική φωνή: δημιουργούμαι: προκύπτω
- παθητική φωνή: δημιουργούμαι: για κάποιον που έχει επιτύχει στον τομέα του, που έχει προκόψει, που έχει προοδεύσει
Similar: κατασκευάζω, παράγω, φτιάχνω, εφευρίσκω · Opposite: χαλώ, καταστρέφω
Thesaurus
verb
Similar: κατασκευάζω, παράγω, φτιάχνω, εφευρίσκω · Opposite: χαλώ, καταστρέφω
In English
Talk about this word "δημιουργώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. δημιουργώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CF%8E "δημιουργώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δημιουργώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}