δημιουργώ

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δημιουργώ

  • ði.mi.uɾˈɣo

Where it comes from

δημιουργώ < αρχαία ελληνική δημιουργέω / δημιουργῶ < δημιουργός < δῆμος + ἔργον

verb δημιουργώ · δημιουργούμαι · δημιουργούσα · θα δημιουργώ · να δημιουργώ

  1. transitive, μεταβατικό παράγω κάτι από το μηδέν
  2. transitive, μεταβατικό φτιάχνω κάτι καινούργιο, είτε επειδή θα είναι χρήσιμο είτε στο πλαίσιο μιας καλλιτεχνικής δραστηριότητας, κατασκευάζω
  3. transitive, μεταβατικό επινοώ ※ Η ψυχολατρία (ανιμισμός) που διακρίνεται σε όλο το μυθιστόρημα, η έλλειψη κάθε αισθήματος αυτού που αποκαλούμε παράδοση, το διαρκές παρόν της πρωτόγονης συνείδησης διασαλεύονται από την ανάδυση της ατομικότητας που επιθυμεί να διαφέρει, να δημιουργήσει το χρόνο της και να δηλώνει σε συλλογικό επίπ
  4. intransitive, αμετάβατο ασχολούμαι δημιουργικά με κάτι καινούριο, συνήθως ασχολούμενος με μια από τις καλές τέχνες μην ενοχλείτε τον καλλιτέχνη, αυτή τη στιγμή δημιουργεί!
  5. transitive, μεταβατικό προκαλώ, γίνομαι η αιτία να γίνει κάτι
  6. παθητική φωνή: δημιουργούμαι: προκύπτω
  7. παθητική φωνή: δημιουργούμαι: για κάποιον που έχει επιτύχει στον τομέα του, που έχει προκόψει, που έχει προοδεύσει

Similar: κατασκευάζω, παράγω, φτιάχνω, εφευρίσκω · Opposite: χαλώ, καταστρέφω

Thesaurus

In English

  • create to put into existence
  • form (linguistics) to create a word
  • style to create a style for someone

Talk about this word

Cite this
MLA

"δημιουργώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δημιουργώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CF%8E

Chicago

"δημιουργώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δημιουργώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}