διάσημος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

διάσημος

  • ˈði̯a.si.mos

Where it comes from

διάσημος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διάσημος < διά + σῆμα

adjective διάσημος · διάσημη · διάσημο · διάσημου · διάσημης

  1. γνωστός σε πάρα πολύ κόσμο ※ Το καλό παιδί, που βλέπουμε να προτιμάνε οι γυναίκες στις ταινίες του Ξανθόπουλου, είναι το μεγαλύτερο ψέμα «ever» τον λένε και μαλάκα από πάνω. Μη σου πω και αδερφή. Και σε αυτόν, που 'ναι παρτάκιας αλλά είναι διάσημος ή φραγκάτος, του στήνονται στα τέσσερα στο άψε σβήσε (Δημήτρης Παπαδημητρίου,

Similar: γνωστός, πασίγνωστος, περιβόητος, περίφημος, φημισμένος, υπερδιάσημος

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"διάσημος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διάσημος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%82

Chicago

"διάσημος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διάσημος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}