φημισμένος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φημισμένος
- fi.miˈzme.nos
Where it comes from
φημισμένος: μετοχή παρακειμένου του παθητικού ρήματος φημίζομαι < αρχαία ελληνική φημίζω, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική fameux
verb φημισμένος · φημισμένη · φημισμένο · φημισμένου · φημισμένης
- γνωστός σε πάρα πολλούς ανθρώπους, σε πάρα πολύ κόσμο τα φημισμένα πούρα Αβάνας, τα φημισμένα γαλλικά κρασιά
Similar: κοσμοξάκουστος, ξακουσμένος, ξακουστός, περιβόητος, πολυθρύλητος, περίφημος, οικείο, θρυλικός, ντίβα, φίρμα, φυσιογνωμία · Opposite: άσημος, άγνωστος, αφανής
Thesaurus
verb
Similar: κοσμοξάκουστος, ξακουσμένος, ξακουστός, περιβόητος, πολυθρύλητος, περίφημος, οικείο, θρυλικός, ντίβα, φίρμα, φυσιογνωμία · Opposite: άσημος, άγνωστος, αφανής
Talk about this word "φημισμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. φημισμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "φημισμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φημισμένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}