περιβόητος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

περιβόητος

Where it comes from

περιβόητος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική περιβόητος

adjective περιβόητος · περιβόητη · περιβόητο · περιβόητου · περιβόητης

  1. offensive, συνήθως, μειωτικό διαβόητος
  2. παλαιότερη σημασία περιλάλητος, ξακουστός
  3. παλαιότερη σημασία διαβόητος

Similar: διαβόητος, περιλάλητος, πολυσυζητημένος, φημισμένος, ξακουστός, ξακουσμένος, περιώνυμος, γνωστός, πασίγνωστος

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"περιβόητος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B2%CF%8C%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

περιβόητος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B2%CF%8C%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"περιβόητος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B2%CF%8C%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {περιβόητος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B2%CF%8C%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}