δουλειά
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δουλειά
- ðuˈʎa
Where it comes from
δουλειά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δουλειά < ελληνιστική κοινή δουλεία < αρχαία ελληνική δουλεία < δουλεύω < δοῦλος. Συγκρίνετε με το δουλεία.
noun δουλειά · δουλειές · δουλειάς · δουλειών
- η ενέργεια του δουλεύω, η εργασία Με σκληρή δουλειά πέτυχε ό,τι πέτυχε στη ζωή του.
- η εργασία, το επάγγελμα Τι δουλειά κάνεις;
- η εργασία, ο τόπος ή ο φορέας (εταιρεία, οργανισμός, επιχείρηση, κατάστημα, συνεργείο) στον οποίο κάποιος εργάζεται Πηγαίνω στη δουλειά μου με το λεωφορείο.
- πληθυντικός η οικονομική-επιχειρηματική συνεργασία και δοσοληψία Η εταιρεία του κάνει δουλειές με τους Γερμανούς.
- το προϊόν της (πνευματικής και καλλιτεχνικής κυρίως) εργασίας Ο γνωστός ζωγράφος θα παρουσιάσει στη γκαλερί τάδε την καινούρια του δουλειά.
- η ανάμειξη κάποιου σε μια υπόθεση, ο ρόλος που μπορεί να παίξει σ' αυτήν Τι δουλειά έχεις εσύ μ' αυτόν τον παλιάνθρωπο; (γιατί σχετίζεσαι μαζί του;)
In English
- work labour, employment, occupation, job
- labour work
- job economic role for which a person is paid
- employment occupation or work for which one is used, and often paid
- task piece of work done as part of one’s duties
Talk about this word "δουλειά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026. δουλειά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%AC "δουλειά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%AC.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δουλειά},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%AC},
urldate = {2026-11-07}
}