δρομέας
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δρομέας
- ðɾoˈme.as
Where it comes from
δρομέας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δρομεύς από την αιτιατική «τὸν δρομέα» < δρόμος
: για τον όρο της πληροφορικής < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική cursor
noun δρομέας · δρομείς · δρομέα · δρομέως · δρομέων
- αθλητής που τρέχει σε αγώνα δρόμου
- το κινούμενο μέρος ενός ηλεκτρικού κινητήρα
- μηχανισμός που επιτρέπει την μετακίνηση (αυτόματα και κατά σταθερού μήκους διάστημα) του τυμπάνου («κυλίνδρου») της γραφομηχανής (πάνω στο οποίο τοποθετείται το χαρτί) κατά την πληκτρολόγηση ώστε ο κάθε χαρακτήρας που πληκτρολογείται διαδοχικά να τυπώνεται πλάι στον προηγούμενο και όχι από πάνω του
- δείκτης που μετακινείται πάνω στην οθόνη του υπολογιστή καθώς πληκτρολογεί ο χρήστης και υποδεικνύει τη θέση εισαγωγής κειμένου (κατ' αναλογία με τον αντίστοιχο όρο που χρησιμοποιείται στη δακτυλογραφία από τον οποίο προέρχεται)
- πτηνό που δεν μπορεί να πετάξει αλλά τρέχει (όπως η στρουθοκάμηλος)
In English
Talk about this word "δρομέας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. δρομέας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%B1%CF%82 "δρομέας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δρομέας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}