δυναμική
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δυναμική
- ði.na.miˈci
Where it comes from
δυναμική < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική dynamique < ελληνιστική κοινή δυναμική < θηλυκό του δυναμικός
noun δυναμική · δυναμικές · δυναμικής · δυναμικών
-
επιστημονικός κλάδος που μελετά τα αίτια της κίνησης των σωμάτων και τους σχετικούς νόμους
Υπερώνυμα: μηχανική
Opposite: στατική
- θεωρία που αφορά ένταση ενός ήχου
- οι κατάλληλες συνθήκες που επικρατούν και οδηγούν στην εξέλιξη των πραγμάτων προς κάποια κατεύθυνση Η δυναμική του κινήματος για την προστασία του περιβάλλοντος οδήγησε σε αναθεώρηση των μέτρων προστασίας άγριας ζωής και χλωρίδας.
adjective δυναμική · δυναμικές · δυναμικής · δυναμικών
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δυναμικός
In English
- dynamics branch of mechanics
Talk about this word "δυναμική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. δυναμική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE "δυναμική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δυναμική},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}