δυσμενής

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δυσμενής

Where it comes from

δυσμενής < αρχαία ελληνική δυσμενής

adjective δυσμενής · δυσμενές · δυσμενούς

  1. κατάσταση, πράγμα που δεν ευνοεί την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου ※ Αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος Μέρους καλύπτουν τό σύνολον τῶν πληθυσμῶν τῶν εἰς τήν σύρραξιν μετεχουσῶν χωρῶν ἄνευ οἱασδήποτε δυσμενοῦς διακρίσεως στηριζομένης ἰδία ἐπί ζητημάτων φυλῆς, ἐθνικότητος, θρησκείας ἤ πολιτικῶν πεποιθήσεων καί τείνουν νά μετριάσουν τά ὑπό τοῦ πολέμου προκαλούμενα δεινά. (Νόμ

    Similar: δυσχερής, ανεπιθύμητος, αρνητικός, απευκταίος, αντίξοος, επιβλαβής, επιζήμιος, δυσάρεστος, δύσκολος · Opposite: ευνοϊκός, επιθυμητός, ευκταίος

  2. πρόσωπο που διάκειται εχθρικά ή αρνητικά απέναντι σε κάποιον ή κάτι

    Similar: εχθρικός, αρνητικός, ενάντιος · Opposite: ευμενής, θετικός

Talk about this word

Cite this
MLA

"δυσμενής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CF%83%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δυσμενής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CF%83%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82

Chicago

"δυσμενής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CF%83%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δυσμενής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CF%83%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}