δύσκολος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δύσκολος
- ˈði.sko.los
Where it comes from
δύσκολος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δύσκολος < αρχαία ελληνική δύσκολος < δύσ- + κόλον
adjective δύσκολος · δύσκολη · δύσκολο · δύσκολου · δύσκολης
- που δεν αντιμετωπίζεται εύκολα
- που απαιτεί ιδιαίτερη προσπάθεια, δεξιότητες ή μόχθο για την επίτευξή του
- που δε γίνεται εύκολα κατανοητός
- που δεν παρουσιάζει κάποιο πλεονέκτημα, αλλά δημιουργεί πρόσθετα εμπόδια και δυσχέρειες
- που δεν είναι κατάλληλος, που είναι απρόσφορος για κάποιον/κάτι
- που είναι γεμάτος προβλήματα και δυσχέρειες
- που δεν μπορεί να θεραπευθεί εύκολα
- για προβληματικές ενέργειες ή καταστάσεις
- που προξενεί προβλήματα, που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει κανείς εύκολα τον ιδιότροπο χαρακτήρα του
- που δεν μπορεί εύκολα να ικανοποιηθεί με κάτι, που είναι πολύ λεπτόλογος σε κάθε επιλογή του.
Similar: ζόρικος, απαιτητικός, δυσνόητο · Opposite: εύκολος, απλός
Thesaurus
adjective
Similar: ζόρικος, απαιτητικός, δυσνόητο · Opposite: εύκολος, απλός
In English
- hard requiring a lot of effort to do or understand
- awkward not easily managed; embarrassing
- difficult hard, not easy
- knotty complicated or tricky — see also complex, difficult
- uncooperative not cooperative
Talk about this word "δύσκολος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8D%CF%83%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. δύσκολος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8D%CF%83%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%82 "δύσκολος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8D%CF%83%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δύσκολος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8D%CF%83%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}