εκτιμώ
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εκτιμώ
- e.ktiˈmo
Where it comes from
εκτιμώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐκτιμῶ, συνηρημένος τύπος του ἐκτιμάω < ἐκ- + τιμάω / τιμῶ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kʷi-mā- < *kʷei- (τιμή, αξία)
verb εκτιμώ · εκτιμούσα · εκτίμησα · εξετίμησα · εκτιμώμαι · εκτιμήθηκα
- κάνω μια εκτίμηση, έναν υπολογισμό για την αξία (ή την έκταση, το μέγεθος κ.λπ.) κάποιων πραγμάτων εκτιμώ την αξία της περιουσίας
-
έχω θετική γνώμη για κάποιον ή κάτι
Αγαπητέ μου, εξετίμησα την προσπάθειά σας, αλλά πρέπει να ομολογήσουμε ότι δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
Similar: υπολήπτομαι
-
για τη σημασία έχω θετική γνώμη για κάποιον ή κάτι
Similar: στιμάρω
In English
Talk about this word "εκτιμώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BC%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. εκτιμώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BC%CF%8E "εκτιμώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BC%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εκτιμώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BC%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}