εμβέλεια

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εμβέλεια

  • eɱˈve.li.a

Where it comes from

εμβέλεια < (ελληνιστική κοινή) < ἐν + αρχαία ελληνική βέλος < βάλλω

noun εμβέλεια · εμβέλειες · εμβέλειας · εμβελειών

  1. το (μέγιστο) διάστημα που μπορεί να καλύψει (αποτελεσματικά) η βολή ενός όπλου

    Similar: βεληνεκές

  2. το (μέγιστο) διάστημα που μπορεί να καλύψει (αποτελεσματικά) ένα ραδιοτηλεοπτικό σήμα
  3. figuratively, μεταφορικά η απήχηση που έχει κάποιος ή κάτι ※ Αναγνωρίστηκε γενικά ο καταλυτικός ρόλος των ΜΜΕ, διευρύνθηκε η εμβέλεια της επιστήμης της πολιτικής επικοινωνίας, αναβαθμίστηκαν τα επαγγέλματα των πολιτικών συμβούλων και ψιμυθιολόγων (Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 24 Νοεμβρίου 2008, https://www.tovima.gr/2008/11/24/opinions/poy-paei-i-politiki/)
  4. προγραμματισμός scope: η περιοχή του προγράμματος όπου μια οντότητα (μεταβλητή, συνάρτηση, κλάση, κλπ) είναι προσβάσιμη

In English

  • range maximum reach of capability

Talk about this word

Cite this
MLA

"εμβέλεια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CE%B2%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εμβέλεια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CE%B2%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B1

Chicago

"εμβέλεια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CE%B2%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εμβέλεια},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CE%B2%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}