εμβριθής

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εμβριθής

  • eɱ.vɾiˈθis

Where it comes from

εμβριθής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐμβριθής (βαρύς, σοβαρός). Συγχρονικά αναλύεται σε (εν) εμ- + -βριθής (< βρίθω).

adjective εμβριθής · εμβριθές · εμβριθούς

  1. formal, λόγιο που διακρίνεται για τη διεισδυτικότητα του πνεύματος, τη βαθιά γνώση του, που έχει εντρυφήσει σε ορισμένο αντικείμενο ※ Ο Σωκράτης, αν και αποκλειστικά και μόνο ανθρώπινος, βρίσκεται κατά κάποιο τρόπο πιο κοντά του, όντας βαθύς και 'εμβριθής στοχαστής, μη βίαιος άνθρωπος, θύμα και ο ίδιος μιας αναίτιας και τυφλής βίας. (@enet.gr)

Similar: μελετημένος, εμπεριστατωμένος, βαθυστόχαστος, περισπούδαστος, σοβαρός · Opposite: επιφανειακός, επιδερμικός, επιπόλαιος

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"εμβριθής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CE%B2%CF%81%CE%B9%CE%B8%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εμβριθής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CE%B2%CF%81%CE%B9%CE%B8%CE%AE%CF%82

Chicago

"εμβριθής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CE%B2%CF%81%CE%B9%CE%B8%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εμβριθής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BC%CE%B2%CF%81%CE%B9%CE%B8%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}