εντάξει
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εντάξει
- enˈda.ksi
Where it comes from
εντάξει < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐν τάξει (με τακτικό τρόπο), σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική in Ordnung
adverb εντάξει
- στην πρέπουσα ή τη σωστή κατάσταση Τακτοποίησα τα πράγματά μου και τώρα όλα είναι εντάξει.
- δηλώνοντας την αλλαγή θέματος ή την αναφορά σε κάτι άλλο
- ωραία, καλά, σύμφωνοι — Θα συναντηθούμε στις 8;
- τέλος, φτάνει, καλώς
- με τίμια και καλή συμπεριφορά, όπως αρμόζει Ο Πέτρος είναι πολύ εντάξει παιδί.
verb εντάξει
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εντάσσω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντάσσω ※ «Η υπό σύσταση Επιτροπή για την καταπολέμηση της Διαφθοράς, όπως αυτή ανακοινώθηκε από τον Πρωθυπουργό, υπό τον Υπουργό Επικρατείας (…), πρέπει να εντάξει στις άμεσες προτεραιότητες διερεύνησης και τον έλεγχο της παράνομης διακίνησης καυσίμων (λαθρεμπόριο, νοθεία, δασμοφοροδιαφυγή, κλοπή, κ.λπ.).
- θα εντάξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εντάσσω
In English
Talk about this word "εντάξει." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%AC%CE%BE%CE%B5%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. εντάξει. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%AC%CE%BE%CE%B5%CE%B9 "εντάξει." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%AC%CE%BE%CE%B5%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εντάξει},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%AC%CE%BE%CE%B5%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}