επάρατος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

επάρατος¹

  • eˈpa.ɾa.tos
  • eˈpa.ɾa.ti
  • eˈpa.ɾa.to

Where it comes from

επάρατος < αρχαία ελληνική ἐπαρῶμαι < ἐπί + ἀρῶμαι (< ἀρά : η προσευχή, η κατάρα)

adjective επάρατος · επάρατη · επάρατο · επάρατου · επάρατης

  1. που τον απευχόμαστε, διότι οδηγεί στην καταστροφή ※ Για ένα ζαμάνι τον έθελγε ιδιαίτερα να εντρυφεί στις επάρατες νόσους αλλά και στους βίαιους τρόπους θανάτου. Μπορούσε, ας πούμε, να σου περιγράψει γλαφυρότατα τον μηχανισμό του εμφράγματος (Χρήστος Χωμενίδης, Ο κόσμος στα μέτρα του, εκδ. Πατάκης, 2016)

Similar: αναθεματισμένος, επικατάρατος, καταραμένος

Επάρατος²

Where it comes from

Επάρατος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Επάρατος · Eparatos

  1. ανδρικό επώνυμο

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"επάρατος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

επάρατος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"επάρατος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {επάρατος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}