καταραμένος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καταραμένος
- ka.ta.ɾaˈme.nos
Where it comes from
καταραμένος < μετοχή παρακειμένου του παθητικού ρήματος καταριέμαι
verb καταραμένος · καταραμένη · καταραμένο · καταραμένου · καταραμένης
- που τον έχουν καταραστεί Είναι καταραμένος να αποτυγχάνει στις επιχειρήσεις του.
-
που του πρέπει κατάρα
Similar: αξιοκατάρατος, κατάρατος, επάρατος
- ο κακότυχος
-
πολύ δυσάρεστος και βλαβερός
Καταραμένη συνήθεια το κάπνισμα!
Similar: αναθεματισμένος
Similar: αναθεματισμένος, κατάρατος, κατηραμένος, επάρατος
Thesaurus
verb
Similar: αναθεματισμένος, κατάρατος, κατηραμένος, επάρατος
In English
Talk about this word "καταραμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. καταραμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "καταραμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καταραμένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}