ευγενής

Ελληνικά

AI En palabras sencillas

Escribiendo una explicación breve…

Escrito por una IA de la casa a partir de la entrada de abajo, en tu idioma. La fuente es la entrada misma.

ευγενής¹

  • e.vʝeˈnis

De dónde viene

ευγενής < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα εὐγενής < αρχαία ελληνική εὐγενής (ευγενικής καταγωγής, με ανώτερα αισθήματα), και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική noble. Συγχρονικά αναλύεται σε ευ- + -γενής.

adjetivo ευγενής · ευγενές · ευγενούς

  1. χαρακτηριζόμενος από ευγένεια ευγενής συμπεριφορά, ευγενείς τρόποι
  2. σχετιζόμενος με την κοινωνική τάξη των ευγενών ευγενής καταγωγή
  3. εξαιρετικής ποιότητας, ξεχωριστός από τα ομοειδή του ευγενή υλικά
  4. broadly, κατ’ επέκταση βασισμένος σε υψηλά ιδανικά

sustantivo ευγενής · ευγενές · ευγενούς

  1. plural, κοινωνιολογία, πληθυντικός «ευγενείς» κοινωνική τάξη κατατασσόμενη αμέσως υπό την βασιλική οικογένεια, σε ορισμένες κοινωνίες με επίσημη αριστοκρατία ≈ συνώνυμα: τάξη των ευγενών
  2. μέλος αυτής της κοινωνικής τάξης· άνθρωπος με τίτλο ευγενείας ≈ συνώνυμα: αριστοκράτης, άρχοντας, ευπατρίδης, γαλαζοαίματος

Ευγενής²

De dónde viene

Ευγενής < → λείπει η ετυμολογία

nombre propio Ευγενής

  1. ανδρικό όνομα

En inglés

Conversar sobre esta palabra

Citar
MLA

"ευγενής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ευγενής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82

Chicago

"ευγενής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ευγενής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}