ευγενής
Ελληνικά
AI En palabras sencillas
Escribiendo una explicación breve…
Escrito por una IA de la casa a partir de la entrada de abajo, en tu idioma. La fuente es la entrada misma.
ευγενής¹
- e.vʝeˈnis
De dónde viene
ευγενής < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα εὐγενής < αρχαία ελληνική εὐγενής (ευγενικής καταγωγής, με ανώτερα αισθήματα), και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική noble. Συγχρονικά αναλύεται σε ευ- + -γενής.
adjetivo ευγενής · ευγενές · ευγενούς
- χαρακτηριζόμενος από ευγένεια ευγενής συμπεριφορά, ευγενείς τρόποι
- σχετιζόμενος με την κοινωνική τάξη των ευγενών ευγενής καταγωγή
- εξαιρετικής ποιότητας, ξεχωριστός από τα ομοειδή του ευγενή υλικά
- βασισμένος σε υψηλά ιδανικά
sustantivo ευγενής · ευγενές · ευγενούς
- «ευγενείς» κοινωνική τάξη κατατασσόμενη αμέσως υπό την βασιλική οικογένεια, σε ορισμένες κοινωνίες με επίσημη αριστοκρατία ≈ συνώνυμα: τάξη των ευγενών
- μέλος αυτής της κοινωνικής τάξης· άνθρωπος με τίτλο ευγενείας ≈ συνώνυμα: αριστοκράτης, άρχοντας, ευπατρίδης, γαλαζοαίματος
Ευγενής²
De dónde viene
Ευγενής < → λείπει η ετυμολογία
nombre propio Ευγενής
- ανδρικό όνομα
En inglés
- peer noble
- lord aristocrat
- aristocrat one of the aristocracy
- aristocratic of or pertaining to an aristocracy
- gallant honourable
- noble aristocrat
Conversar sobre esta palabra "ευγενής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. ευγενής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82 "ευγενής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82.Citar
@misc{micwyn_2026,
title = {ευγενής},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}